δεύτερος

δεύτερος, α, ον,
A second, (perh. from δύο with [comp] Comp. termination):
I next in Order (with a notion of Time), in Il. (not in Od.) of one who comes in second in a race, 23.265;

δ. ἐλθεῖν 22.207

;

δ. αὖτ' . . προΐει . . ἔγχος

next,

20.273

, etc.; οὔ μ' ἔτι δ. ὧδε ἵξετ' ἄχος no second grief, i.e. none hereafter like this, 23.46; as [comp] Comp., c. gen., ἐμεῖο δεύτεροι after my time, ib.248; σοὶ δ' οὐκέτι δ. ἔσται no second choice will be allowed thee, Hes.Op.34; in [dialect] Att. and Trag. with Art.,

ὁ δ. S.OC1315

, etc.; αἱ δ. πως φροντίδες σοφώτεραι second thoughts are wisest, E.Hipp.436: prov., δ. πλοῦς the next best way, Pl.Phd.99d, etc.;

ὁ δ. πλοῦς ἐστι δήπου λεγόμενος, ἂν ἀποτύχῃ τις οὐρίου, κώπαισι πλεῖν Men.241

.
2 of Time, next, later, δ. χρόνῳ in after time, Pi.O.1.43; δ. ἡμέρῃ on the next day, Hdt.1.82; δ. ἔτεϊ τούτων in the year after this, Id.6.46: neut. as Adv., δεύτερον αὖ, αὖτε, αὖτις, a second time, Il.3.332, 191, Od.9.354;

ἐν τᾷ δ. ἐκκλησίᾳ SIG644.20

: with the Art.,

τὸ δ. Sapph.Supp.4.11

, Hdt.1.79, A.Ag.1082, X.Cyr.2.2.1: also pl., Hdt.3.53, 9.3; τὰ δ. κινδυνεύσοντας about to run the next dangers, Th.6.78; later, ἐκ δευτέρου for the second time, Ev.Marc.14.72, Dsc.5.87.10;

ἐκ δευτέρης Babr. 114.5

, cf. PStrassb.100.22 (ii B. C.): regul. Adv.

δευτέρως Pl.Lg. 955e

, Sallust.18, etc.
b ὁ δ. the younger, BGU592.10 (ii A. D.).
II in Order or Rank (without any notion of Time), second,

δ.μετ' ἐκεῖνον Hdt.1.31

, cf. S.Ph.1442, etc.;

πολὺ δ. Id.OC1228

(lyr.); πολὺ δ. μετά τι very much behind, Th.2.97
;

μετὰ τὸ πλουτεῖν δ. Antiph.144.9

: c. gen., δ. οὐδενός second to none, Hdt.1.23, Plb.31.27.16;

δ. παιδὸς σῆς E.Tr.618

;

πάντα τἄλλα δεύτερ' ἦν τῶν προσδοκιῶν D.19.24

;

πρὸς τὰ χρήματα θνητοῖσι τἄλλα δεύτερ' S.Fr.354.5

;

τὰ ἄλλα πάντα δ. τε καὶ ὕστερα λεκτέον Pl.Phlb.59c

; logically or metaphysically posterior,

πᾶν πλῆθος δ. ἐστι τοῦ ἑνός Procl.Inst.5

, cf. 36, Dam.Pr.126, al.; δεύτερ' ἡγεῖσθαι think quite secondary, S.OC 351; δεύτερον ἄγειν, δεύτερα ποιεῖσθαι, Luc.Symp.9, Plu.2.162e;

ἐν δευτέρῳ τίθεσθαι Id.Fab.24

, cf. Jul.Or.8.242b; ἱερὸν δ. of the second class, OGI56.59 (iii B. C.), etc.
2 the second of two, δ. αὐτή herself with another, Hdt.4.113, cf. AB89; ἑπτὰ δ. σοφοί a second seven sages, Euphro 1.12; εἷς καὶ δ. unus et alter, Hdn.Gr.2.934;

εἷς ἢ δ. Jul.Or.6.190d

;

ἕν τι . . ἢ δεύτερον D.Chr.33.7

; δ. καὶ τρίτος two or three, Plb.26.1.1.; neut. as Adv., ἅπαξ καὶ δεύτερον once or twice, Jul. ad Ath.278c.
3 δ. ἀριθμός number whose prime factors are odd, Nicom.Ar.1.12.
III as Subst., τὰ δ., = δευτερεῖα, the second prize or place, Il.23.538;

τὰ δ. φέρεσθαι Hdt.8.104

.
2 after-birth, Dsc.1.48,50.
3 δευτέρα σαββάτου (sc. ἡμέρα) second day of the week, LXXPs.47(48) tit.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεύτερος — second masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτερος — η, ο και δεύτερος, δευτέρα, ο (AM δεύτερος, α, ον) Ι. 1. αυτός που φθάνει, έρχεται ή γίνεται αμέσως μετά τον πρώτο (σε διαδοχή χρόνου) (α. «τερμάτισε δεύτερος» β. «γεννήθηκε δεύτερος» γ. «δεύτερος αὖ προΐει ἔγχος» έσυρε δεύτερος το ξίφος) 2.… …   Dictionary of Greek

  • δεύτερος, -η — ο 1. αυτός που βρίσκεται αμέσως μετά τον πρώτο στην αριθμητική σειρά: Ήρθε δεύτερος στις εξετάσεις της Μαθηματικής Εταιρείας. 2. κατώτερος: Τα προϊόντα αυτού του μανάβη είναι δεύτερα. 3. το ουδ. ως ουσ., δεύτερο καθένα από τα δύο ίσα μέρη στα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεύτερος — [дэфтэрос] εκ. второй …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Φεβρουάριος — Δεύτερος μήνας του γρηγοριανού ημερολογίου. Έχει 28 μέρες και 29 στα δίσεκτα έτη. Ο μήνας Φ. προσετέθηκε από τον Νουμά Πομπίλιο στον τελευταίο μήνα του ρωμαϊκού έτους. Το 154 π.Χ. μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση. Επειδή ήταν πολύ βροχερός μήνας …   Dictionary of Greek

  • δευτέρω — δεύτερος second masc/neut nom/voc/acc dual δεύτερος second masc/neut gen sg (doric aeolic) δευτερόω do the second time pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) δευτερόω do the second time imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτέρων — δεύτερος second fem gen pl δεύτερος second masc/neut gen pl δευτερόω do the second time imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) δευτερόω do the second time imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτέρως — δεύτερος second adverbial δεύτερος second masc acc pl (doric) δευτερόω do the second time imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτερον — δεύτερος second masc acc sg δεύτερος second neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτέραις — δεύτερος second fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτέρη — δεύτερος second fem nom/voc sg (epic ionic) δευτερέω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) δευτερέω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.